σάκα

η, Ν
1. πλαστική, δερμάτινη ή υφασμάτινη τσάντα στην οποία τοποθετούν οι μαθητές τα βιβλία, τα τετράδια και, γενικά, όλα τα απαραίτητα για το σχολείο
2. μικρός κυνηγετικός σάκος ή σακίδιο
3. τσάντα στην οποία τοποθετούνται διάφορα έγγραφα, ο χαρτοφύλακας
4. (γενικά) σάκος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάκ(κ)ος, με αλλαγή γένους κατά το τσάντα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάκα — σάκᾱ , σάκας pudenda muliebria masc nom/voc/acc dual σάκας pudenda muliebria masc voc sg σάκᾱ , σάκας pudenda muliebria masc gen sg (doric aeolic) σάκας pudenda muliebria masc nom sg (epic) σάκᾱ , σάκος coarse cloth of hair neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάκα — η 1. μαθητική τσάντα: Δερμάτινη σάκα. 2. σακίδιο: Σάκα κυνηγιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάκᾳ — σάκαι , σάκας pudenda muliebria masc nom/voc pl σάκᾱͅ , σάκας pudenda muliebria masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάκα — [сака] ουσ. Θ. школьная сумка, ранец …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Σάκᾳ — Σάκαι , Σάκαι masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάκας — σάκᾱς , σάκας pudenda muliebria masc acc pl σάκᾱς , σάκας pudenda muliebria masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάκαν — σάκᾱν , σάκας pudenda muliebria masc acc sg (epic doric aeolic) σάκας pudenda muliebria masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σάκας — Σάκᾱς , Σάκαι masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γιακουτία — Παλαιότερη ονομασία της αυτόνομης Δημοκρατίας Σάκα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Βλ. λ. Σάκα, Αυτόνομη Δημοκρατία …   Dictionary of Greek

  • Σπίτσβεγκ, Κορλ — (Spitzweg). Γερμανός ζωγράφος και χαράκτης (1808 1885). Ήταν αυτοδίδακτος. Τα περισσότερα έργα του τα εμπνεύστηκε από την καθημερινή ζωή των κατοίκων της πόλης και διάφορα ειδυλλιακά τοπία. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι το λεπτό χιούμορ και η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.